Διαταξεις Εκτύπωση

Υπηρεσιακή κατάσταση υπηρετούντος προσωπικού των ερευνητικών φορέων που εποπτεύονται από το ΥΠ.ΑΝ. (Άρθρα 26 Ν.1514/1985, 28 § 9 Ν. 1733/1987, 24 §1 Ν. 1848/1989, 1 § 14 β Ν.2919/2001, 33 Ν.2115/1993)

  1. α) Οι θέσεις που κατέχει το κάθε είδους επιστημονικό προσωπικό των κάθε είδους ερευνητικών φορέων που εποπτεύονται από το ΥΠ.ΑΝ. ή των οποίων η εποπτεία περιέρχεται στο ΥΠ.ΑΝ., σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, από 8.2.1985 καταργούνται. Και αντί γι’ αυτές συνιστώνται αυτοδικαίως ισάριθμες αδιαβάθμιστες και κοινές ως προς τις βαθμίδες Α, Β, Γ, Δ του ερευνητικού προσωπικού έτσι όπως προβλέπονται στο άρθρο 14. Το ερευνητικό προσωπικό μπορεί να ενταχθεί σε αντίστοιχη βαθμίδα (Α, Β, Γ, Δ) ερευνητή ανάλογα με τα προσόντα που έχει, ύστερα από κρίση ειδικής επιτροπής. Οι κατέχοντες τις καταργούμενες θέσεις εξακολουθούν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους και οι θέσεις θεωρούνται υφιστάμενες έως ότου γίνει η κρίση για την ένταξή τους.

    Το μόνιμο, τακτικό ή με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου επιστημονικό προσωπικό που υπηρετεί κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού, εφόσον ενταχθεί στη Δ’ βαθμίδα, μετά την εξάντληση του προβλεπόμενου χρόνου στην παράγραφο 1 του άρθρου 17 του παρόντος και την μη πρόκρισή του για θέση ερευνητή Γ’ βαθμίδας, εντάσσεται αυτοδίκαια σε συνιστώμενες ανάλογα με τα προσόντα αυτού προσωποπαγείς θέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 20 παρ. 3 του παρόντος . Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και για το προσωπικό της παραγράφου 3α του άρθρου αυτού.

    β) Σε περίπτωση αρνητικής κρίσης για ένταξη στις πιο πάνω βαθμίδες, η επιτροπή κρίσης μπορεί να αποφασίσει, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Δ.Σ. ή του αρμόδιου διοικητικού οργάνου του οικείου ερευνητικού φορέα, την ένταξη του πιο πάνω προσωπικού σε συνιστώμενες ανάλογα με τα προσόντα αυτού θέσεις του ερευνητικού φορέα, που προβλέπονται στο άρθρο 20 παρ. 3 του νόμου αυτού.

    γ) ι)Εφόσον οι κρίσεις των εδαφίων α και β είναι αρνητικές, μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να ζητήσουν με αίτησή τους, που υποβάλλεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριών μηνών από τη γνωστοποίηση προς αυτούς της κρίσης του προηγούμενου εδαφίου, την υποχρωτική ένταξή τους σε μόνιμη θέση άλλης υπηρεσίας του δημόσιου τομέα σχετιζόμενης με την έρευνα και τις εφαρμογές της. Ο καθορισμός της θέσης και η ένταξη στην περίπτωση αυτή γίνεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και του αρμόδιου για τη θέση ένταξης υπουργού. Σε περίπτωση μη αποδοχής της θέσης αυτής, θεωρούνται ως οριστικά απολυόμενοι, από τη γνωστοποίηση σε αυτούς της κατά το εδάφιο β αρνητικής κρίσης τους. Το μόνιμο τακτικό επιστημονικό προσωπικό που υπηρετεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στο Αστεροσκοπείο Αθηνών, το Εθνικό Κέντρο Θαλάσσιων Ερευνών (πρώην Ι.Ω.Κ.Α.Ε.) και το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (Ε.Κ.Κ.Ε.) εξακολουθεί, εφόσον το επιθυμεί, να διατηρεί το ίδιο νομικό (μισθολογικό, ασφαλιστικό, συνταξιοδοτικό) καθεστώς.
    ιι)Το επιστημονικό προσωπικό της Ε.Ε.Α.Ε. που κατά την 8η.2.1985 έχει πραγματική υπηρεσία σ’ αυτήν τουλάχιστο δέκα ετών και δεν επιθυμεί να υποβληθεί στις κρίσεις που προβλέπονται στα πιο πάνω εδάφια α και β της παραγράφου αυτής, έπειτα από αίτησή του και χωρίς κρίση κατατάσσεται αυτοδίκαια σε συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μη εφαρμοζομένης στην περίπτωση αυτήν της διάταξης του άρθρου 26 παρ. 1 εδαφ. γ του παρόντος. Επίσης το ίδιο επιστημονικό προσωπικό με δεκαετή υπηρεσία στην Ε.Ε.Α.Ε. ύστερα από αρνητικές κρίσεις στις περιπτώσεις των εδαφίων α και β της παραγράφου αυτής παραμένει στην Ε.Ε.Α.Ε. καταλαμβάνοντας αυτοδίκαια προσωποπαγείς θέσεις με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Το προσωπικό αυτό διατηρεί το ίδιο νομικό καθεστώς (μισθολογικό και ασφαλιστικό) που είχε κατά την 8η.2.1985. Οι πιο πάνω συνιστώμενες προσωποπαγείς προσωρινές θέσεις καταργούνται με την καθ’ οιονδήποτε τρόπο αποχώρηση του κατέχοντος αυτές προσωπικού.

    δ) Το παραπάνω προσωπικό μπορεί να ζητήσει να κριθεί απευθείας για ένταξη σε ανάλογα με τα προσόντα αυτού συνιστώμενες θέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 20 παρ. 3 του νόμου αυτού, οπότε εφαρμόζονται τα οριζόμενα στα εδάφια β και γ της παραγράφου αυτής, ή ακόμα την απευθείας κατά το εδάφιο γ ένταξη σε μόνιμη θέση.
  2. α) Το προσωπικό των παραπάνω φορέων, καθώς και το προσωπικό του ΥΠ.ΑΝ., που υπηρετεί με συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή μίσθωσης έργου που ισχύουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, συνεχίζει να παρέχει τις υπηρεσίες του με σύμβαση αορίστου χρόνου, ύστερα από γνώμη του υπηρεσιακού ή του αρμόδιου διοικητικού συμβουλίου.
    Κατά τα λοιπά το προσωπικό αυτό υπάγεται στις ρυθμίσεις των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

    β)  Το κάθε είδους διοικητικό, τεχνικό και βοηθητικό προσωπικό ερευνητικών φορέων, στο οποίο περιλαμβάνονται οι παρασκευαστές και παρατηρητές κέντρων, ιδρυμάτων και ινστιτούτων, που εποπτεύονται από το ΥΠ.ΑΝ. ή των οποίων η εποπτεία περιέρχεται στο ΥΠ.ΑΝ., σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, μόνιμο, τακτικό ή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορίσμένου χρόνου, που κατέχει οργανικές θέσεις κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, μπορεί να διατηρεί το ίδιο νομικό (μισθολογικό, ασφαλιστικό, συνταξιοδοτικό κλπ.) καθεστώς των οργανικών θέσεων που κατέχει. Μετά την καθ’ οιονδήποτε τρόπο κένωση των με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου θέσεων, αυτές μετατρέπονται αυτοδίκαια σε θέσεις μόνιμου προσωπικού. Το πιο πάνω προσωπικό, που υπηρετεί  στις 8.2.1985 και δεν κατέχει οργανικές θέσεις, κατατάσσεται σε προσωποπαγείς οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που συνιστώνται  αυτοδίκαια με το νόμο αυτόν [1514/1985], κατά ειδικότητα και αριθμό ίσο με τον αριθμό των κατατασσομένων σε αυτές και καταργούνται μόλις κενωθούν καθ’ οιονδήποτε τρόπο.
    Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής έχουν εφαρμογή μόνο για το προσωπικό που δεν θα ενταχθεί σε συνιστώμενες με το νόμο αυτόν αντίστοιχες και αναλόγων προσόντων θέσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 20 και 21 του παρόντος.

    γ) Οι υπότροφοι που εκπονούν διδακτορική διατριβή στους εποπτευόμενους από το ΥΠ.ΑΝ. ερευνητικούς φορείς κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 19, παράγραφος 1δ.
  3. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, μετά από πρόταση του Εθνικού Συμβουλίου Ερευνας και Τεχνολογίας, διορίζονται τα μέλη των ειδικών επιτροπών κρίσης των παραγράφων 1 και 2 που θα καλύπτουν όλες τις επιστημονικές περιοχές των πιο πάνω ερευνητικών φορέων. Με την ίδια απόφαση, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζεται ο πρόεδρος και αντιπρόεδρος της επιτροπής. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 26β του παρόντος.

    Οι πιο πάνω διατάξεις εφαρμόζονται για:

    α. Το επιστημονικό προσωπικό του Εθνικού Κέντρου Ερευνας Φυσικών Επιστημών “Δημόκριτος”  (Ε.Κ.Ε.Φ.Ε. “Δ”) που κατατάχθηκε σε προσωποπαγείς θέσεις με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με αίτησή του σε εφαρμογή των διατάξεων της παρ 1.εδάφιο γ περίπτωση ιι αυτού του άρθρου.

    β. Το επιστημονικό προσωπικό των εποπτευόμενων από τη Γενική Γραμματεία Ερευνας και Τεχνολογίας του Υπουργείου Ανάπτυξης ερευνητικών φορέων, που υπηρετούσε στις 8.2.1985 και συνεχίζει να υπηρετεί μέχρι τις 15.2.1993 στους ίδιους ερευνητικούς φορείς και είχε τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, αλλά δεν είχε κάνει χρήση του δικαιώματος για ένταξη σε ερευνητικές βαθμίδες σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 26 του παρόντος ή είχε υποβάλει αίτηση, αλλά για οποιονδήποτε λόγο δεν είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία κρίσεως.

    γ. Τους ερευνητές οι οποίοι εντάχθηκαν σε βαθμίδα κατά τις διατάξεις του άρθρου 26 του παρόντος αλλά προσέφυγαν με αίτηση ακυρώσεως κατά των αποφάσεων των επιτροπών κρίσεως που τους ενέταξε και δικαιώθηκαν από το Διοικητικό Εφετείο.
    Το πιο πάνω προσωπικό μπορεί να υποβάλει αίτηση για ένταξη στις βαθμίδες ερευνητών - ειδικών λειτουργικών επιστημόνων μέσα σε τρεις μήνες από τις 15.2.1993. Στα  κριτήρια ένταξης του πιο πάνω προσωπικού όπως αυτά καθορίζονται από το άρθρο 14 παρ. 2 και άρθρο 26 παρ. 2 του παρόντος θα συμπεριληφθεί και η τεκμηριωμένη συμβολή ενός εκάστοτε των ανωτέρω στην ανάπτυξη του ερευνητικού φορέα στον οποίο υπηρετεί.
  4. Οσοι από το ερευνητικό προσωπικό, που σήμερα υπηρετούν, εκπονούν διδακτορική διατριβή σχετική με την απασχόλησή τους, παραμένουν σε προσωποπαγή θέση έως τη λήψη διδακτορικού διπλώματος και κατά ανώτατο όριο μέχρι τέσσερα χρόνια από τις 8.2.1985.
    Με τη λήψη του διδακτορικού διπλώματος κρίνονται για ένταξη σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού.
  5. α) Οι κρίσεις ένταξης σε βαθμίδες του ερευνητικού προσωπικού του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (Ε.Ι.Ε.) που έγιναν βάσει των 83/12/3.10.1983 - 83/14/14.11.1983 - 83/17/17.2.1983 - 8411/19.1.1984 - 84/3/16.2.1984 αποφάσεων του Δ.Σ. του Ε.Ι.Ε., αντικαθιστούν τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 και έχουν ισχύ από τις 8 .2.1985.
    Οι ερευνητές του Ε.Ι.Ε. μπορούν να επανακριθούν ύστερα από αίτησή τους και με τις διαδικασίες του άρθρου αυτού.

    β) Κατ’ εξαίρεση του εδαφ. α της παρ. 1 του άρθρου αυτού δεν καταργούνται οι θέσεις ερευνητών που αντιστοιχούν στις εν λόγω περιπτώσεις και η εξέλιξη των έτσι ενταχθέντων ερευνητών καθώς και οι διαδικασίες της περαιτέρω αξιολόγησης τους διέπονται, κατά περίπτωση, από τις διατάξεις των άρθρων 14, 16, 17 και 26 του παρόντος.

    γ) Οι χωρίς διδακτορικό δίπλωμα ερευνητές του Ε.Ι.Ε., που κρίθηκαν και εντάχθηκαν με τις εν λόγω κρίσεις στην κατηγορία του επιστημονικού συνεργάτη, εξομοιώνονται με το τεχνικό - επιστημονικό προσωπικό του άρθρου 20 του παρόντος και τοποθετούνται σε μια από τις κατηγορίες των εδαφίων α και β της παραγρ. 3 του άρθρου 20 του παρόντος, ανάλογα με τα προσόντά τους, με απόφαση του Δ.Σ. του Ε.Ι.Ε. ύστερα από σχετική πρόταση του διευθυντή του οικείου ινστιτούτου. Μετά την απόκτηση διδακτορικού διπλώματος, μέσα σε τέσσερα χρόνια από τις 8.2.1985, μπορούν να κρίνονται με αίτησή τους για ένταξη σε μια από τις βαθμίδες των ερευνητών σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού.

    δ) Οι υπηρετούντες επιμελητές και βοηθοί του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών (Ε.Α.Α.) μπορούν να ζητήσουν με αίτησή τους να υπαχθούν στις διατάξεις των παραγράφων 2, 6 και 7 του άρθρου 31 του Ν. 1268/1982.

    Οι ερευνητές που έχουν ενταχθεί σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη  σε θέσεις ερευνητών Δ βαθμίδας μπορούν να ζητήσουν με αίτησή τους να κριθούν για ένταξη σε βαθμίδες ειδικών λειτουργικών επιστημόνων από το διοικητικό συμβούλιο του ερευνητικού κέντρου. Η ένταξη γίνεται με την ολοκλήρωση της κρίσης και την αποδοχή της από τον αιτούντα.

    Όπου στο Ν. 1268/1982 αναφέρεται ο βαθμός του λέκτορα και επίκουρου καθηγητή νοούνται οι βαθμίδες Δ και Γ αντίστοιχα του νόμου αυτού.

    Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης μπορεί να καθορίζεται το προσωπικό που δικαιούται επιδόματος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παράγραφος Ι, ΙΙ, δ, περίπτωση αα του Π.Δ. 904/1978.

    ε) Σε ότι αφορά την προϋπηρεσία των ερευνητών, επιμελητών και βοηθών του Ε.Α.Α έχουν εφαρμογή και οι διατάξεις του Ν. 978/1979 (ΦΕΚ 234), που περιλαμβάνουν και την ερευνητική υπηρεσία που έχει πραγματοποιηθεί σε Α.Ε.Ι. ή σε κέντρα ερευνών διεθνούς κύρους του εσωτερικού ή του εξωτερικού.

Άρθρο 26 Α
(Άρθρο 28 § 11 Ν. 1733/1987)

  1. Για την κατά το προηγούμενο άρθρο  κρίση του επιστημονικού προσωπικού κάθε κατηγορίας, ο πρόεδρος της ειδικής επιτροπής της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου ορίζει για κάθε κρινόμενο ένα από τα μέλη της Επιτροπής ως εισηγητή. Σε καθέναν από τους οριζόμενους εισηγητές μπορεί να ανατεθεί η εισήγηση για έναν ή περισσότερους κρινόμενους. Ο εισηγητής, λαμβάνοντας υπόψη το υποβαλλόμενο από κάθε κρινόμενο σημείωμα για την επιστημονική δράση ή και έργο του, καθώς και κάθε άλλο συνυποβαλλόμενο στοιχείο, συντάσσει την έκθεσή του, η οποία, με μέριμνα του προέδρου της ή και της διοίκησης του ερευνητικού κέντρου, διαβιβάζεται σε όλα τα μέλη της Επιτροπής και κατατίθεται στην αντίστοιχη υπηρεσία Διοικητικού. Ο κρινόμενος δικαιούται να ζητήσει και να λάβει αντίγραφο της έκθεσης και να παρουσιαστεί στην Επιτροπή για να εκθέσει πρόσθετα στοιχεία, διευκρινίσεις ή και παρατηρήσεις. Η Επιτροπή συνεδριάζει έγκυρα, εφόσον τα παρόντα μέλη της είναι περισσότερα από το μισό του συνολικού αριθμού τους, λαμβάνει υπόψη τα στοιχεία του υπηρεσιακού φακέλου και αποφασίζει με απλή πλειοψηφία. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του προέδρου. Η ψήφος κάθε μέλους της Επιτροπής, καθώς και η αιτιολογία της, καταχωρίζονται στα πρακτικά τα οποία, υπογραφόμενα από τον πρόεδρο και τον γραμματέα, κατατίθενται στην αντίστοιχη Υπηρεσία Διοικητικού και κάθε κρινόμενος δικαιούται να ζητήσει και να λάβει το πλήρες απόσπασμα που τον αφορά.
  2. Η προθεσμία υποβολής των κατά την παρούσα παράγραφο σημειωμάτων δεν μπορεί να είναι μικρότερη των 20 ημερών και κάθε ειδική επιτροπή καταθέτει το πρακτικό με τις κρίσεις της μέσα σε 8 μήνες από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των προαναφερόμενων σημειωμάτων.
  3. Σε περίπτωση που επιστήμονας, υπαγόμενος στις διατάξεις του προηγούμενου και του παρόντος άρθρου, δεν υποβάλει το σημείωμα με την επιστημονική του δράση ή και έργο μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από την διοίκηση του αντίστοιχου ερευνητικού κέντρου, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 26 παρ. 1 εδ. γ, χωρίς να απαιτείται αίτηση του ενδιαφερομένου.

Τετάρτη, 04 Φεβρουάριος 2009 11:19